υπολογίζομαι
•
- λογαριάζομαι, με λογαριάζουν, με υπολογίζουν, με αποτιμούν, Βικιλεξικό
- το χρέος υπολογίζεται στα ....δισεκατομμύρια ευρώ
- οι νεκροί από έμπολα υπολογίζονται στις 4.000 μέχρι στιγμής
- εκείνοι που χάνουν το δικαίωμα μετεγγραφής με τις τροποποιήσεις υπολογίζονται στους 10.000 πρωτοετείς φοιτητές
- μεταφορικάμε εκτιμούν Βικιλεξικό
- τον υπολογίζουν στο γραφείο, δεν τον έχουν στο περιθώριο
Ετυμολογία
υπολογίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος υπολογίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →