υπολογιστής
•
- θηλυκό υπολογίστριααυτός που δεν ενεργεί γνήσια και αυθόρμητα αλλά πάντοτε υπολογίζοντας αποκλειστικά το προσωπικό του συμφέρον Βικιλεξικό
- τεχνολογίαμηχανική, ηλεκτρομηχανική ή ηλεκτρονική συσκευή που επιτρέπει την αυτόματη εκτέλεση απλών μαθηματικών πράξεων ή σειράς αυτών Βικιλεξικό
- πληροφορικήηλεκτρονικός υπολογιστής Βικιλεξικό
- αρκτικόλεξο: Η/Υ
- ιστορίαάτομο που αναλάμβανε μεγάλο πλήθος υπολογισμών σε πανεπιστήμια, οργανισμούς και μεγάλες επιχειρήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπολογιστής < (υπολογίζω) υπο-λογισ- + -τής, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική calculateur : για την πληροφορική < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική computer
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπολογιστής | υπολογιστές |
| Γενική | υπολογιστή | υπολογιστών |
| Αιτιατική | υπολογιστή | υπολογιστές |
| Κλητική | υπολογιστή | υπολογιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →