Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπομάζιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου βρίσκεται κάτω από τον μαστό ή τοποθετείται εκεί Βικιλεξικό
    • Γι᾿ αυτό, ο Πατήρ του μέλλοντος αιώνος, ανέχεται παρθενική αγκαλιά, όντας βρέφος υπομάζιο, για να γίνει αποδεκτός και στους μάγους. (Λόγος εις τα Γενέθλια του Σωτήρος Χριστού, enoriako.info, 25/2012)
    • Kαι ταύτα ποίοι τα εκατώρθωσαν; Oυ μόνον άνδρες, αλλά πολλάκις και γυναίκες τρυφεραί, και απαλά κοράσια, και βρέφη ανήλικά τε και υπομάζια. (Συναξαριστής Δόμος 2005, από την πρώτη έκδοση: Bενετία, 1819] https://web.archive.org/web/20250318223352/http://www.snhell.gr/references/synaxaristis/search.asp?page=2)
  2. ουσιαστικοποιημένουπομάζιο: (αρχαιοπρεπές) το σουτιέν, ο στηθόδεσμος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπομάζιος < ελληνιστική κοινή ὑπομάζιος < αρχαία ελληνική ὑπό + μαζός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπομάζιοςυπομάζιαυπομάζιο
Γενικήυπομάζιουυπομάζιαςυπομάζιου
Αιτιατικήυπομάζιουπομάζιαυπομάζιο
Κλητικήυπομάζιευπομάζιαυπομάζιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπομάζιοιυπομάζιεςυπομάζια
Γενικήυπομάζιωνυπομάζιωνυπομάζιων
Αιτιατικήυπομάζιουςυπομάζιεςυπομάζια
Κλητικήυπομάζιοιυπομάζιεςυπομάζια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →