υπομισθώνω
•
- νομικός όροςυπενοικιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπομισθώνω < υπομίσθωση + -ώνω (αναδρομικός σχηματισμός) < ελληνιστική κοινή ὑπομίσθωσις < ὑπό + αρχαία ελληνική μίσθωσις
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπομισθώνω | υπομισθώνεις | υπομισθώνει | υπομισθώνουμε | υπομισθώνετε | υπομισθώνουν / υπομισθώνουνε |
| Παρατατικός | υπομίσθωνα | υπομίσθωνες | υπομίσθωνε | υπομισθώναμε | υπομισθώνατε | υπομίσθωναν / υπομισθώναν / υπομισθώνανε |
| Αόριστος | υπομίσθωσα | υπομίσθωσες | υπομίσθωσε | υπομισθώσαμε | υπομισθώσατε | υπομίσθωσαν / υπομισθώσαν / υπομισθώσανε |
| Μέλλοντας | θα υπομισθώνω / θα υπομισθώσω | θα υπομισθώνεις / θα υπομισθώσεις | θα υπομισθώνει / θα υπομισθώσει | θα υπομισθώνουμε / θα υπομισθώσουμε | θα υπομισθώνετε / θα υπομισθώσετε | θα υπομισθώνουν / θα υπομισθώνουνε / θα υπομισθώσουν / θα υπομισθώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπομισθώσει | έχεις υπομισθώσει | έχει υπομισθώσει | έχουμε υπομισθώσει | έχετε υπομισθώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπομισθώσει | είχες υπομισθώσει | είχε υπομισθώσει | είχαμε υπομισθώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπομισθώσει / να υπομισθώνω / να υπομισθώσω | να έχεις υπομισθώσει / να υπομισθώνεις / να υπομισθώσεις | να έχει υπομισθώσει / να υπομισθώνει / να υπομισθώσει | να έχουμε υπομισθώσει / να υπομισθώνουμε / να υπομισθώσουμε | να έχετε υπομισθώσει / να υπομισθώνετε / να υπομισθώσετε | να υπομισθώνουν / να υπομισθώνουνε / να υπομισθώσουν / να υπομισθώσουνε |
| Προστακτική | — | υπομίσθωνε / υπομίσθωσε | — | — | υπομισθώνετε / υπομισθώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →