Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπομνηματιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που υπομνηματίζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπομνηματιστής < ελληνιστική κοινή ὑπομνημᾰτιστής < ὑπομνηματίζω < αρχαία ελληνική ὑπόμνημα < μνήμη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπομνηματιστήςυπομνηματιστές
Γενικήυπομνηματιστήυπομνηματιστών
Αιτιατικήυπομνηματιστήυπομνηματιστές
Κλητικήυπομνηματιστήυπομνηματιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →