Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπομνηματιστικός

/i.po.mni.ma.ti.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με υπομνηματιστή ή υπομνηματίστρια ή αναφέρεται σε αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπομνηματιστικός < υπομνηματιστ(ής) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπομνηματιστικόςυπομνηματιστικήυπομνηματιστικο / υπομνηματιστικό
Γενικήυπομνηματιστικούυπομνηματιστικήςυπομνηματιστικού
Αιτιατικήυπομνηματιστικόυπομνηματιστικήυπομνηματιστικό
Κλητικήυπομνηματιστικέυπομνηματιστικήυπομνηματιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπομνηματιστικοίυπομνηματιστικέςυπομνηματιστικά
Γενικήυπομνηματιστικώνυπομνηματιστικώνυπομνηματιστικών
Αιτιατικήυπομνηματιστικούςυπομνηματιστικέςυπομνηματιστικά
Κλητικήυπομνηματιστικοίυπομνηματιστικέςυπομνηματιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →