Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπομονετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει υπομονή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπομονετικός < συμφυρμός των αρχαίων λέξεων ὑπομονητικός & ὑπομενετικός < ὑπομένω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπομονετικόςυπομονετικήυπομονετικό
Γενικήυπομονετικούυπομονετικήςυπομονετικού
Αιτιατικήυπομονετικόυπομονετικήυπομονετικό
Κλητικήυπομονετικέυπομονετικήυπομονετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπομονετικοίυπομονετικέςυπομονετικά
Γενικήυπομονετικώνυπομονετικώνυπομονετικών
Αιτιατικήυπομονετικούςυπομονετικέςυπομονετικά
Κλητικήυπομονετικοίυπομονετικέςυπομονετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →