Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπονομευτής

/i.po.no.meˈftis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που υπονομεύει, που με δόλιο τρόπο προσπαθεί να προκαλέσει ζημιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπονομευτής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπονομευτής (εργάτης υπονόμων) < ὑπονομεύ(ω) + -τής < αρχαία ελληνική ὑπόνομος < ὑπονέμομαι < ὑπό + νέμω. Η σύγχρονη σημασία κατά το ρήμα υπονομεύω.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπονομευτήςυπονομευτές
Γενικήυπονομευτήυπονομευτών
Αιτιατικήυπονομευτήυπονομευτές
Κλητικήυπονομευτήυπονομευτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →