Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποπρολεταριακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κοινωνιολογίαπου έχει σχέση με το υποπρολεταριάτο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποπρολεταριακός < υπο- + προλεταριακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποπρολεταριακόςυποπρολεταριακήυποπρολεταριακό
Γενικήυποπρολεταριακούυποπρολεταριακήςυποπρολεταριακού
Αιτιατικήυποπρολεταριακόυποπρολεταριακήυποπρολεταριακό
Κλητικήυποπρολεταριακέυποπρολεταριακήυποπρολεταριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποπρολεταριακοίυποπρολεταριακέςυποπρολεταριακά
Γενικήυποπρολεταριακώνυποπρολεταριακώνυποπρολεταριακών
Αιτιατικήυποπρολεταριακούςυποπρολεταριακέςυποπρολεταριακά
Κλητικήυποπρολεταριακοίυποπρολεταριακέςυποπρολεταριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →