υποπροξενείο
•
- κατώτερης βαθμίδας προξενείο που υπάγεται σε άλλο προξενείο Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο γραφείο του υποπρόξενου ή το κτήριο όπου στεγάζονται οι σχετικές υπηρεσίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποπροξενείο < υποπρόξενος + -είο ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική vice-consulat)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποπροξενείο | υποπροξενεία |
| Γενική | υποπροξενείου | υποπροξενείων |
| Αιτιατική | υποπροξενείο | υποπροξενεία |
| Κλητική | υποπροξενείο | υποπροξενεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →