υποπρόξενος
•
- επάγγελμαδιπλωματικός υπάλληλος που υπηρετεί σε προξενείο και μπορεί να αναπληρώνει τον πρόξενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποπρόξενος (μαρτυρείται από το 1833) < υπο- + πρόξενος, ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική vice-consul)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποπρόξενος | υποπρόξενοι |
| Γενική | υποπροξένου / υποπρόξενου | υποπροξένων / υποπρόξενων |
| Αιτιατική | υποπρόξενο | υποπροξένους / υποπρόξενους |
| Κλητική | υποπρόξενε | υποπρόξενοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →