Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποπτέραρχος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στρατιωτικός βαθμόςανώτατος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, κατώτερος του αντιπτεράρχου και ανώτερος του ταξιάρχου και, που αντιστοιχεί με τον υποστράτηγο του Στρατού Ξηράς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποπτέραρχος < υπο- + πτέραρχος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυποπτέραρχοςυποπτέραρχοι
Γενικήυποπτέραρχου / υποπτεράρχουυποπτέραρχων / υποπτεράρχων
Αιτιατικήυποπτέραρχουποπτέραρχους / υποπτεράρχους
Κλητικήυποπτέραρχευποπτέραρχοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →