Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποσελίδιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται στο κάτω μέρος της σελίδας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποσελίδιος < υπο- + σελίδ(α) + -ιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποσελίδιοςυποσελίδιαυποσελίδιο
Γενικήυποσελίδιουυποσελίδιαςυποσελίδιου
Αιτιατικήυποσελίδιουποσελίδιαυποσελίδιο
Κλητικήυποσελίδιευποσελίδιαυποσελίδιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποσελίδιοιυποσελίδιεςυποσελίδια
Γενικήυποσελίδιωνυποσελίδιωνυποσελίδιων
Αιτιατικήυποσελίδιουςυποσελίδιεςυποσελίδια
Κλητικήυποσελίδιοιυποσελίδιεςυποσελίδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →