υποστάτης
•
- αρχαιοπρεπέςυποστήριγμα Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςστήριγμα των σωσίβιων λέμβων σε πλοίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποστάτης < ελληνιστική κοινή ὑποστάτης < αρχαία ελληνική ὑφίστημι < ὑπό + ἵστημι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποστάτης | υποστάτες |
| Γενική | υποστάτη | υποστατών |
| Αιτιατική | υποστάτη | υποστάτες |
| Κλητική | υποστάτη | υποστάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →