υποσχόμενος
•
- που υπόσχεται Βικιλεξικό
- που γεννά ελπίδες ότι θα πετύχει κάτι καλό Βικιλεξικό
- ένας πολλά υποσχόμενος νέος
Ετυμολογία
υποσχόμενος: μετοχή ενεστώτα του ρήματος υπόσχομαι
Άλλοι τύποι
υποσχόμεναυποσχόμενευποσχόμενεςυποσχόμενηυποσχόμενηςυποσχόμενουποσχόμενοιυποσχόμενοςυποσχόμενουυποσχόμενουςυποσχόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →