Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποτέλεια

/i.poˈte.li.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος υπό την εξουσία άλλου (για χώρα που δεν έχει πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα κτλ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποτέλεια < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑποτέλεια < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική sujétion. Συγχρονικά αναλύεται σε υποτελ(ής) + -εια.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυποτέλειαυποτέλειες
Γενικήυποτέλειαςυποτελειών
Αιτιατικήυποτέλειαυποτέλειες
Κλητικήυποτέλειαυποτέλειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →