υποτέλεια
•
- το να είναι κάποιος υπό την εξουσία άλλου (για χώρα που δεν έχει πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα κτλ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποτέλεια < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑποτέλεια < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική sujétion. Συγχρονικά αναλύεται σε υποτελ(ής) + -εια.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποτέλεια | υποτέλειες |
| Γενική | υποτέλειας | υποτελειών |
| Αιτιατική | υποτέλεια | υποτέλειες |
| Κλητική | υποτέλεια | υποτέλειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →