υποτίμημα
•
- οικονομίατο ποσό μείωσης της αξίας ενός αγαθού σε σχέση με προηγούμενη εκτίμηση ή τιμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποτίμημα < ελληνιστική κοινή ὑποτίμημα < αρχαία ελληνική ὑποτιμάω / ὑποτιμῶ < τιμάω / τιμῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποτίμημα | υποτιμήματα |
| Γενική | υποτιμήματος | υποτιμημάτων |
| Αιτιατική | υποτίμημα | υποτιμήματα |
| Κλητική | υποτίμημα | υποτιμήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →