Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποτακτική

/i.po.ta.ktiˈci/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γραμματικήρηματική έγκλιση Βικιλεξικό
  2. γραμματικήη σύνδεση δύο ανόμοιων προτάσεων, όπως στα ελληνικά: με υποτακτικούς συνδέσμους (κύρια με δευτερεύουσα πρόταση ή δευτερεύουσα με άλλη δευτερεύουσα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποτακτική < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑποτακτική. Μορφολογικά, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου υποτακτικός. Εννοείται το ουσιαστικό έγκλιση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυποτακτικήυποτακτικές
Γενικήυποτακτικήςυποτακτικών
Αιτιατικήυποτακτικήυποτακτικές
Κλητικήυποτακτικήυποτακτικές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →