Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποτασικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την υπόταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποτασικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποτασικόςυποτασικήυποτασικό
Γενικήυποτασικούυποτασικήςυποτασικού
Αιτιατικήυποτασικόυποτασικήυποτασικό
Κλητικήυποτασικέυποτασικήυποτασικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποτασικοίυποτασικέςυποτασικά
Γενικήυποτασικώνυποτασικώνυποτασικών
Αιτιατικήυποτασικούςυποτασικέςυποτασικά
Κλητικήυποτασικοίυποτασικέςυποτασικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →