υποτελωνείο
•
- ιστορίατελωνείο της δεύτερης (Β΄) τάξης, που βρισκόταν συνήθως σε μικρό λιμένα, εξαρτώμενο από τελωνείο Α΄ τάξης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποτελωνείο < καθαρεύουσα ὑποτελωνεῖον (υπο- + τελωνείο) (μαρτυρείται από το 1833)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποτελωνείο | υποτελωνεία |
| Γενική | υποτελωνείου | υποτελωνείων |
| Αιτιατική | υποτελωνείο | υποτελωνεία |
| Κλητική | υποτελωνείο | υποτελωνεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →