Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποτονικός

/i.po.to.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει ένταση ή ενδιαφέρον Βικιλεξικό
  2. ιατρικήπου σχετίζεται με την υποτονία Βικιλεξικό
    • (συνεκδοχικά) που πάσχει από υποτονία
  3. χημείαχαρακτηρισμός διαλύματος που έχει μικρότερη ωσμωτική πίεση από κάποιο άλλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποτονικός < αγγλική hypotonic < υπο- + τονικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποτονικόςυποτονικήυποτονικό
Γενικήυποτονικούυποτονικήςυποτονικού
Αιτιατικήυποτονικόυποτονικήυποτονικό
Κλητικήυποτονικέυποτονικήυποτονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποτονικοίυποτονικέςυποτονικά
Γενικήυποτονικώνυποτονικώνυποτονικών
Αιτιατικήυποτονικούςυποτονικέςυποτονικά
Κλητικήυποτονικοίυποτονικέςυποτονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →