υποτροπιάζω
•
- ιατρικήεπαναλαμβάνομαι, επανέρχομαι. Λέγεται για ασθένειες που επανεμφανίζονται μετά από κάποιο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποτροπιάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑποτροπιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποτροπιάζω | υποτροπιάζεις | υποτροπιάζει | υποτροπιάζουμε | υποτροπιάζετε | υποτροπιάζουν / υποτροπιάζουνε |
| Παρατατικός | υποτροπίαζα | υποτροπίαζες | υποτροπίαζε | υποτροπιάζαμε | υποτροπιάζατε | υποτροπίαζαν / υποτροπιάζαν / υποτροπιάζανε |
| Αόριστος | υποτροπίασα | υποτροπίασες | υποτροπίασε | υποτροπιάσαμε | υποτροπιάσατε | υποτροπίασαν / υποτροπιάσαν / υποτροπιάσανε |
| Μέλλοντας | θα υποτροπιάζω / θα υποτροπιάσω | θα υποτροπιάζεις / θα υποτροπιάσεις | θα υποτροπιάζει / θα υποτροπιάσει | θα υποτροπιάζουμε / θα υποτροπιάσουμε | θα υποτροπιάζετε / θα υποτροπιάσετε | θα υποτροπιάζουν / θα υποτροπιάζουνε / θα υποτροπιάσουν / θα υποτροπιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποτροπιάσει | έχεις υποτροπιάσει | έχει υποτροπιάσει | έχουμε υποτροπιάσει | έχετε υποτροπιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποτροπιάσει | είχες υποτροπιάσει | είχε υποτροπιάσει | είχαμε υποτροπιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποτροπιάσει / να υποτροπιάζω / να υποτροπιάσω | να έχεις υποτροπιάσει / να υποτροπιάζεις / να υποτροπιάσεις | να έχει υποτροπιάσει / να υποτροπιάζει / να υποτροπιάσει | να έχουμε υποτροπιάσει / να υποτροπιάζουμε / να υποτροπιάσουμε | να έχετε υποτροπιάσει / να υποτροπιάζετε / να υποτροπιάσετε | να υποτροπιάζουν / να υποτροπιάζουνε / να υποτροπιάσουν / να υποτροπιάσουνε |
| Προστακτική | — | υποτροπίαζε / υποτροπίασε | — | — | υποτροπιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υποτροπιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →