Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποτυπώδης

/i.po.tiˈpo.ðis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει αναπτυχθεί με ατελή τρόπο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάχωρίς πλήρη ανάπτυξη Βικιλεξικό
    • Η περιοχή γύρω από τον τόπο λατρείας είναι γεμάτη ακαθαρσίες καμήλας και χνάρια από σκηνές που ξεστήθηκαν. Δίπλα στο ιερό δέντρο, ο Μπρούνο ανακαλύπτει ένα πηγάδι που δεν έχει μαργέλι και μια υποτυπώδη ποτίστρα. Πλενόμαστε απʼ την κορφή ως τα νύχια και πλένουμε και τα ρούχα μας, τα οποία απλώνουμε να στεγνώσουν πάνω στις καυτές πέτρες.

Ετυμολογία

υποτυπώδης < αρχαία ελληνική ὑποτυπόω / ὑποτυπῶ + -ώδης ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική rudimentaire) :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1887

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποτυπώδηςυποτυπώδηςυποτυπώδες
Γενικήυποτυπώδουςυποτυπώδουςυποτυπώδους
Αιτιατικήυποτυπώδηυποτυπώδηυποτυπώδες
Κλητικήυποτυπώδη / υποτυπώδηςυποτυπώδηςυποτυπώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποτυπώδειςυποτυπώδειςυποτυπώδη
Γενικήυποτυπωδώνυποτυπωδώνυποτυπωδών
Αιτιατικήυποτυπώδειςυποτυπώδειςυποτυπώδη
Κλητικήυποτυπώδειςυποτυπώδειςυποτυπώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →