υποτύπωση
•
- η αποτύπωση με λόγο κάποιων πραγμάτων ή καταστάσεων Βικιλεξικό
- τοπογραφίααποτύπωση του εδάφους σύμφωνα με ορισμένη κλίμακα Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αποτύπωση
Ετυμολογία
υποτύπωση < (ελληνιστική κοινή) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποτύπωση | υποτυπώσεις |
| Γενική | υποτύπωσης | υποτυπώσεων |
| Αιτιατική | υποτύπωση | υποτυπώσεις |
| Κλητική | υποτύπωση | υποτυπώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →