υπουργοποίηση
•
- η ενέργεια του υπουργοποιώ, η ανάθεση υπουργικής θέσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπουργοποίηση < υπουργο(ποιώ) + -ποίηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπουργοποίηση | υπουργοποιήσεις |
| Γενική | υπουργοποίησης | υπουργοποιήσεων |
| Αιτιατική | υπουργοποίηση | υπουργοποιήσεις |
| Κλητική | υπουργοποίηση | υπουργοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →