Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποφερτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί κανείς να τον ανεχτεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποφερτός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποφερτόςυποφερτήυποφερτό
Γενικήυποφερτούυποφερτήςυποφερτού
Αιτιατικήυποφερτόυποφερτήυποφερτό
Κλητικήυποφερτέυποφερτήυποφερτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποφερτοίυποφερτέςυποφερτά
Γενικήυποφερτώνυποφερτώνυποφερτών
Αιτιατικήυποφερτούςυποφερτέςυποφερτά
Κλητικήυποφερτοίυποφερτέςυποφερτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →