Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποφυσιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου έχει σχέση με την υπόφυση ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποφυσιακός < υπόφυση + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική hypophysial ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική hypophysaire)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποφυσιακόςυποφυσιακήυποφυσιακό
Γενικήυποφυσιακούυποφυσιακήςυποφυσιακού
Αιτιατικήυποφυσιακόυποφυσιακήυποφυσιακό
Κλητικήυποφυσιακέυποφυσιακήυποφυσιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποφυσιακοίυποφυσιακέςυποφυσιακά
Γενικήυποφυσιακώνυποφυσιακώνυποφυσιακών
Αιτιατικήυποφυσιακούςυποφυσιακέςυποφυσιακά
Κλητικήυποφυσιακοίυποφυσιακέςυποφυσιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →