υποφυσιακός
•
- ανατομίαπου έχει σχέση με την υπόφυση ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποφυσιακός < υπόφυση + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική hypophysial ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική hypophysaire)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υποφυσιακός | υποφυσιακή | υποφυσιακό |
| Γενική | υποφυσιακού | υποφυσιακής | υποφυσιακού |
| Αιτιατική | υποφυσιακό | υποφυσιακή | υποφυσιακό |
| Κλητική | υποφυσιακέ | υποφυσιακή | υποφυσιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υποφυσιακοί | υποφυσιακές | υποφυσιακά |
| Γενική | υποφυσιακών | υποφυσιακών | υποφυσιακών |
| Αιτιατική | υποφυσιακούς | υποφυσιακές | υποφυσιακά |
| Κλητική | υποφυσιακοί | υποφυσιακές | υποφυσιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →