υποφόρτωση
•
- οικιακές συσκευέςη λειτουργία μιας συσκευής (π.χ. πλυντήριο) με ανεπαρκές φορτίο, που μπορεί να προκαλέσει μηχανική ανισορροπία ή μείωση της απόδοσης Βικιλεξικό
- η κατάσταση κατά την οποία ένα σύστημα ή μια κατασκευή δέχεται μικρότερο φορτίο από το αναμενόμενο, ενδεχομένως επηρεάζοντας τη δομική συμπεριφορά του Βικιλεξικό
- πληροφορικήη υποχρησιμοποίηση των διαθέσιμων υπολογιστικών πόρων, με αποτέλεσμα χαμηλή αποδοτικότητα ή ενεργειακή σπατάλη Βικιλεξικό
- η κατάσταση κατά την οποία ένα κύκλωμα ή ένας μετασχηματιστής λειτουργεί με μικρότερο φορτίο από το κανονικό, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την απόδοσή του ή να οδηγήσει σε ενεργειακές απώλειες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποφόρτωση < υπο- + φόρτωση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική underload)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποφόρτωση | υποφορτώσεις |
| Γενική | υποφόρτωσης | υποφορτώσεων |
| Αιτιατική | υποφόρτωση | υποφορτώσεις |
| Κλητική | υποφόρτωση | υποφορτώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →