υποχείριο
•
- ο άνθρωπος που εκτελεί τυφλά τις εντολές και οδηγίες κάποιου άλλου, που είναι άβουλο όργανο κάποιου άλλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποχείριο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου υποχείριος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποχείριο | υποχείρια |
| Γενική | υποχείριου | υποχείριων |
| Αιτιατική | υποχείριο | υποχείρια |
| Κλητική | υποχείριο | υποχείρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →