υποχονδριάζω
•
- είμαι ή γίνομαι υποχόνδριος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποχονδριάζω < υποχόνδριος + -άζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποχονδριάζω | υποχονδριάζεις | υποχονδριάζει | υποχονδριάζουμε | υποχονδριάζετε | υποχονδριάζουν / υποχονδριάζουνε |
| Παρατατικός | υποχονδρίαζα | υποχονδρίαζες | υποχονδρίαζε | υποχονδριάζαμε | υποχονδριάζατε | υποχονδρίαζαν / υποχονδριάζαν / υποχονδριάζανε |
| Αόριστος | υποχονδρίασα | υποχονδρίασες | υποχονδρίασε | υποχονδριάσαμε | υποχονδριάσατε | υποχονδρίασαν / υποχονδριάσαν / υποχονδριάσανε |
| Μέλλοντας | θα υποχονδριάζω / θα υποχονδριάσω | θα υποχονδριάζεις / θα υποχονδριάσεις | θα υποχονδριάζει / θα υποχονδριάσει | θα υποχονδριάζουμε / θα υποχονδριάσουμε | θα υποχονδριάζετε / θα υποχονδριάσετε | θα υποχονδριάζουν / θα υποχονδριάζουνε / θα υποχονδριάσουν / θα υποχονδριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποχονδριάσει | έχεις υποχονδριάσει | έχει υποχονδριάσει | έχουμε υποχονδριάσει | έχετε υποχονδριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποχονδριάσει | είχες υποχονδριάσει | είχε υποχονδριάσει | είχαμε υποχονδριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποχονδριάσει / να υποχονδριάζω / να υποχονδριάσω | να έχεις υποχονδριάσει / να υποχονδριάζεις / να υποχονδριάσεις | να έχει υποχονδριάσει / να υποχονδριάζει / να υποχονδριάσει | να έχουμε υποχονδριάσει / να υποχονδριάζουμε / να υποχονδριάσουμε | να έχετε υποχονδριάσει / να υποχονδριάζετε / να υποχονδριάσετε | να υποχονδριάζουν / να υποχονδριάζουνε / να υποχονδριάσουν / να υποχονδριάσουνε |
| Προστακτική | — | υποχονδρίαζε / υποχονδρίασε | — | — | υποχονδριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υποχονδριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →