Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποχονδριακός

/i.po.xon.ðɾi.aˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο υποχόνδριος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποχονδριακός < αρχαία ελληνική ὑποχονδριακός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυποχονδριακός / υποχονδριακή / υποχονδριακός / υποχονδριακόυποχονδριακοί / υποχονδριακές / υποχονδριακοί / υποχονδριακά
Γενικήυποχονδριακού / υποχονδριακής / υποχονδριακού / υποχονδριακούυποχονδριακών / υποχονδριακών / υποχονδριακών / υποχονδριακών
Αιτιατικήυποχονδριακό / υποχονδριακή / υποχονδριακό / υποχονδριακόυποχονδριακούς / υποχονδριακές / υποχονδριακούς / υποχονδριακά
Κλητικήυποχονδριακέ / υποχονδριακή / υποχονδριακέ / υποχονδριακόυποχονδριακοί / υποχονδριακές / υποχονδριακοί / υποχονδριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

υποχονδριακός

/i.po.xon.ðɾi.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την υποχονδρία ή τον υποχόνδριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποχονδριακός < αρχαία ελληνική ὑποχονδριακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποχονδριακόςυποχονδριακήυποχονδριακό
Γενικήυποχονδριακούυποχονδριακήςυποχονδριακού
Αιτιατικήυποχονδριακόυποχονδριακήυποχονδριακό
Κλητικήυποχονδριακέυποχονδριακήυποχονδριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποχονδριακοίυποχονδριακέςυποχονδριακά
Γενικήυποχονδριακώνυποχονδριακώνυποχονδριακών
Αιτιατικήυποχονδριακούςυποχονδριακέςυποχονδριακά
Κλητικήυποχονδριακοίυποχονδριακέςυποχονδριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →