υποχωρώ
•
- βαδίζω προς τα πίσω μην μπορώντας να αντέξω την εχθρική επίθεση Βικιλεξικό
- ενδίδω σε μια διαμάχη ή διαπραγμάτευση, σταματώ να προβάλλω το σύνολο των απαιτήσεών μου ή τα επιχειρήματά μου, υποκύπτω και δέχομαι τις απαιτήσεις ή τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς Βικιλεξικό
- Καταπιανόταν με τα δύσκολα και δεν υποχωρούσε ως να τα βγάλει πέρα. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- για κατασκευέςκαταρρέω κάτω από μεγάλη πίεση Βικιλεξικό
- για χρηματικά ποσάμειώνομαι, μετριάζομαι Βικιλεξικό
- υποχώρησε ο καύσωνας
- μεταφορικάπαίρνει τη θέση μου κάτι άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποχωρώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑποχωρῶ, συνηρημένος τύπος του ὑποχωρέω. Συγχρονικά αναλύεται σε υπο- + χωρώ : σημασία: «κάτω από πίεση» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική céder
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποχωρώ | υποχωρείς | υποχωρεί | υποχωρούμε | υποχωρείτε | υποχωρούν / υποχωρούνε |
| Παρατατικός | υποχωρούσα | υποχωρούσες | υποχωρούσε | υποχωρούσαμε | υποχωρούσατε | υποχωρούσαν / υποχωρούσανε |
| Αόριστος | υποχώρησα | υποχώρησες | υποχώρησε | υποχωρήσαμε | υποχωρήσατε | υποχωρήσαν / υποχωρήσανε / υποχώρησαν |
| Μέλλοντας | θα υποχωρήσω / θα υποχωρώ | θα υποχωρήσεις / θα υποχωρείς | θα υποχωρήσει / θα υποχωρεί | θα υποχωρήσουμε / θα υποχωρούμε | θα υποχωρήσετε / θα υποχωρείτε | θα υποχωρήσουν / θα υποχωρήσουνε / θα υποχωρούν / θα υποχωρούνε |
| Παρακείμενος | έχω υποχωρήσει | έχεις υποχωρήσει | έχει υποχωρήσει | έχουμε υποχωρήσει | έχετε υποχωρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποχωρήσει | είχες υποχωρήσει | είχε υποχωρήσει | είχαμε υποχωρήσει | είχατε υποχωρήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω υποχωρήσει / να υποχωρήσω / να υποχωρώ | να έχεις υποχωρήσει / να υποχωρήσεις / να υποχωρείς | να έχει υποχωρήσει / να υποχωρήσει / να υποχωρεί | να έχουμε υποχωρήσει / να υποχωρήσουμε / να υποχωρούμε | να έχετε υποχωρήσει / να υποχωρήσετε / να υποχωρείτε | να υποχωρήσουν / να υποχωρήσουνε / να υποχωρούν / να υποχωρούνε |
| Προστακτική | — | υποχώρησε | — | — | υποχωρήστε / υποχωρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →