υποψιάζομαι
•
- έχω μια υποψία, θεωρώ ότι κάτι είναι πιθανό Βικιλεξικό
- θεωρώ κάποιον ύποπτο Βικιλεξικό
- με αφορμή κάτι μικρό, κάποιες ενδείξεις, συνθέτω στο μυαλό μου μια πλήρη εικόνα που θεωρώ πιθανή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποψιάζομαι < υποψία + -άζομαι (από το παθητικό ρήμα δημιουργήθηκε και το ενεργητικό υποψιάζω)
Άλλοι τύποι
υποψιάστηκαυποψιαζόμουνυποψιασμένοςυποψιαστώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →