υπτιασμός
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπτιάζω Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: υπτίαση
- ειδικότεραη κίνηση του πήχη που φέρνει την παλάμη προς τα πάνω ή η ανύψωση του έσω χείλους του ποδιού, επηρεάζοντας τη στήριξη και την κίνηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπτιασμός < αρχαία ελληνική ὑπτιασμός < ὑπτιάζω < ὕπτιος (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική supination)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπτιασμός | υπτιασμοί |
| Γενική | υπτιασμού | υπτιασμών |
| Αιτιατική | υπτιασμό | υπτιασμούς |
| Κλητική | υπτιασμέ | υπτιασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →