υπό το βάρος
•
- έκφραση που δηλώνει ότι κάτι συμβαίνει ως αποτέλεσμα έντονης πίεσης, επιβάρυνσης ή δυσμενούς συνθήκης που επηρεάζει καθοριστικά την εξέλιξή του Βικιλεξικό
- Volkswagen: Πτώση 29% στα κέρδη υπό το βάρος των δασμών τού Τραμπ (www.naftemporiki.gr, 25.07.2025)
Ετυμολογία
υπό το βάρος < υπό + το + βάρος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →