υπόβαση
•
- τεχνολογίαστρώμα φυσικής ή τεχνητής κατασκευής το οποίο βρίσκεται κάτω από δάπεδο, οδόστρωμα ή σιδηροδρομική γραμμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπόβαση < ελληνιστική κοινή ὑπόβασις (βάση, υπόβαθρο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπόβαση | υποβάσεις |
| Γενική | υπόβασης | υποβάσεων |
| Αιτιατική | υπόβαση | υποβάσεις |
| Κλητική | υπόβαση | υποβάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →