υπόγα
•
- το υπόγειο, ως αποθηκευτικός χώρος Βικιλεξικό
- σκοτεινή υπόγα
- Για τη γιορτή, θα πιάσω απ᾿ την υπόγα το πιο καλό κρασί!
- υπόγειο κουτούκι Βικιλεξικό
- Πηγαίνουν συχνά σε μια υπόγα με ζωντανή μουσική.
- μεταφορικάκρατητήριο, φυλακή Βικιλεξικό
- Πέρασε τρεις νύχτες μέσα στην υπόγα της Ασφάλειας.
Ετυμολογία
υπόγα < υπόγ(ειο) + -α (μεγεθυντική κατάληξη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπόγα | υπόγες |
| Γενική | υπόγας | υπογών |
| Αιτιατική | υπόγα | υπόγες |
| Κλητική | υπόγα | υπόγες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →