υπόδερμα
•
- ανατομίατο δερματικό στρώμα που βρίσκεται βαθύτερα, αποτελούμενο κυρίως από λιπώδη κύτταρα, το οποίο παρέχει μόνωση, αποθήκευση ενέργειας και προστασία των εσωτερικών οργάνων Βικιλεξικό
- εντομολογίαείδος παρασιτικής μύγας (Hypoderma bovis) της οικογένειας Oestridae, γνωστής για την ανάπτυξη των προνυμφών της κάτω από το δέρμα των βοοειδών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπόδερμα < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hypodermis / hypoderma ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική hypoderme) < αρχαία ελληνική ὑπό + δέρμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπόδερμα | υποδέρματα |
| Γενική | υποδέρματος | υποδερμάτων |
| Αιτιατική | υπόδερμα | υποδέρματα |
| Κλητική | υπόδερμα | υποδέρματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →