υπόλοιπο
•
- ό,τι έχει απομείνει από κάποιο σύνολο Βικιλεξικό
- μαθηματικάο αριθμός που δηλώνει το αποτέλεσμα μιας αφαίρεσης Βικιλεξικό
- μαθηματικάο αριθμός που απομένει από μια ατελή διαίρεση Βικιλεξικό
- λογιστικήό,τι απομένει από το κλείσιμο ενός λογαριασμού (χρεωστικό ή πιστωτικό ποσό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπόλοιπο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου υπόλοιπος, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική reste ή reliquat
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπόλοιπο | υπόλοιπα |
| Γενική | υπολοίπου / υπόλοιπου | υπολοίπων / υπόλοιπων |
| Αιτιατική | υπόλοιπο | υπόλοιπα |
| Κλητική | υπόλοιπο | υπόλοιπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →