Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπόξινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου είναι κάπως ξινός Βικιλεξικό
    • Η γλυκιά και ελαφρώς υπόξινη σάλτσα μπορεί να φτιαχτεί και με άλλα αποξηραμένα φρούτα όπως τα κράνμπερι ή τα βερίκοκα. (*)

Ετυμολογία

υπόξινος < υπο- + ξινός (βλ. (ελληνιστική κοινή))

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπόξινοςυπόξινηυπόξινο
Γενικήυπόξινουυπόξινηςυπόξινου
Αιτιατικήυπόξινουπόξινηυπόξινο
Κλητικήυπόξινευπόξινηυπόξινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπόξινοιυπόξινεςυπόξινα
Γενικήυπόξινωνυπόξινωνυπόξινων
Αιτιατικήυπόξινουςυπόξινεςυπόξινα
Κλητικήυπόξινοιυπόξινεςυπόξινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →