υπόστροφος
•
- λόγιοπου επανεμφανίζεται, που επαναλαμβάνεται Βικιλεξικό
- Στον Μίκη Θεοδωράκη οφείλω επαναλαμβανόμενες, υπόστροφες και κλιμακούμενες στιγμές έξαψης (Με τα λόγια άλλων, Ο Φιλελεύθερος, philenews, 19/8/2019 https://www.philenews.com/apopsis/article/389866/me-ta-logia-allon)
- ιατρικήπου υποτροπιάζει, που επανεμφανίζεται Βικιλεξικό
- Στο ενδοκρινικό σύστημα, το πλημμύρισμα του οργανισμού με υποκατάστατα ορμονών οδηγεί σε ατροφία, υπόστροφη ή όχι, τους αδένες που φυσιολογικά τις παράγουν. (Ο αθλητικός Φρανκενστάιν «πουλάει», ΤΑ ΝΕΑ, 16/09/2000 https://www.tanea.gr/2000/09/16/sports/o-athlitikos-frankenstain-poylaei)
Ετυμολογία
υπόστροφος < ελληνιστική κοινή ὑπόστροφος < αρχαία ελληνική ὑποστρέφω < ὑπό + στρέφω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπόστροφος | υπόστροφη | υπόστροφο |
| Γενική | υπόστροφου | υπόστροφης | υπόστροφου |
| Αιτιατική | υπόστροφο | υπόστροφη | υπόστροφο |
| Κλητική | υπόστροφε | υπόστροφη | υπόστροφο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπόστροφοι | υπόστροφες | υπόστροφα |
| Γενική | υπόστροφων | υπόστροφων | υπόστροφων |
| Αιτιατική | υπόστροφους | υπόστροφες | υπόστροφα |
| Κλητική | υπόστροφοι | υπόστροφες | υπόστροφα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →