υπόστρωμα
•
- οτιδήποτε βρίσκεται κάτω από μία επιφάνεια ως βάση Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαη γλώσσα που ομιλούνταν από μία κοινότητα σε μία περιοχή όπου σε μεταγενέστερο χρόνο κατοίκησαν ομιλητές διαφορετικής γλώσσας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπόστρωμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπόστρωμα. Μορφολογικά αναλύεται σε υπό- + στρώμα. : (γλωσσολογικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική substrat
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπόστρωμα | υποστρώματα |
| Γενική | υποστρώματος | υποστρωμάτων |
| Αιτιατική | υπόστρωμα | υποστρώματα |
| Κλητική | υπόστρωμα | υποστρώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →