Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπόφαιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ελαφρώς φαιός, ελαφρώς γκρίζος Βικιλεξικό
    • Τα προσβεβλημένα απ' τον εχθρό φύλλα εμφανίζουν μια υπόφαια, μεταξώδη, χαρακτηριστική όψη (ypaithros.gr, 31/3/2019 https://www.ypaithros.gr/antimetopisi-kokkinos-tetranixos-fouzikladio-milia/)
    • Σοβαρές προσβολές προκαλούν έντονη φυλλόπτωση, αποφύλλωση και ξήρανση των βλαστών και υπόφαιη όψη στους καρπούς (Γεωργικές Προειδοποιήσεις. Τεχνικό Δελτίο. Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης Τροφίμων, 23/9/2011, http://wwww.minagric.gr/greek/data/Hrakleio_Esperidoeidoi_230911.pdf)

Ετυμολογία

υπόφαιος < (ελληνιστική κοινή) < ὑπό + αρχαία ελληνική φαιός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπόφαιοςυπόφαια / υπόφαιη / υπόφαιηςυπόφαιο / υπόφαιον
Γενικήυπόφαιουυπόφαιας / υπόφαιηςυπόφαιου
Αιτιατικήυπόφαιουπόφαια / υπόφαιηυπόφαιο
Κλητικήυπόφαιευπόφαια / υπόφαιηυπόφαιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπόφαιοιυπόφαιεςυπόφαια
Γενικήυπόφαιωνυπόφαιωνυπόφαιων
Αιτιατικήυπόφαιουςυπόφαιεςυπόφαια
Κλητικήυπόφαιοιυπόφαιεςυπόφαια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →