Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπ' ατμόν

/ip‿aˈtmon/φράση, αρσενικό
•
  1. έτοιμοςπρος αναχώρηση, σε ετοιμότητα Βικιλεξικό
    • Είμαστε υποχρεωμένοι να απαντούμε και να βρισκόμαστε σε κίνηση και υπ' ατμόν διαρκώς;

Ετυμολογία

υπ' ατμόν < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑπ' & αιτιατική ενικού ἀτμόν του ἀτμός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική under steam (η φράση, για τα ατμόπλοια, που η πίεση του ατμού τους έπρεπε να είναι σ' ένα υψηλό σημείο λίγο πριν την αναχώρησή τους)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →