υστέρηση
•
- φυσικήτο φαινόμενο (σε μαγνητικά, ελαστικά και θερμοδυναμικά συστήματα) κατά το οποίο η κατάσταση ενός συστήματος εξαρτάται όχι μόνο από τις παρούσες συνθήκες αλλά και από την προηγούμενη κατάστασή του και όπου η απόκριση μιας μεταβλητής καθυστερεί σε σχέση με την αιτία που την προκαλεί Βικιλεξικό
- ψυχολογίατο να μειονεκτεί κάποιος (παρουσιάζει υστέρηση έναντι κάποιου άλλου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υστέρηση < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική hystérésis < ελληνιστική κοινή ὑστέρησις ::(φυσική) λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hysteresis < ελληνιστική κοινή ὑστέρησις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υστέρηση | υστερήσεις |
| Γενική | υστέρησης | υστερήσεων |
| Αιτιατική | υστέρηση | υστερήσεις |
| Κλητική | υστέρηση | υστερήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →