υστερεκτομή
•
- ιατρικήχειρουργική επέμβαση για (ολική ή μερική) αφαίρεση μήτρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υστερεκτομή μαρτυρείται από το 1861 στην καθαρεύουσα (ὑστεροκτομία) < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική hystérectomie < αρχαία ελληνική ὑστέρα (μήτρα) + ἐκτομή (< ἐκτέμνω < τέμνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υστερεκτομή | υστερεκτομές |
| Γενική | υστερεκτομής | υστερεκτομών |
| Αιτιατική | υστερεκτομή | υστερεκτομές |
| Κλητική | υστερεκτομή | υστερεκτομές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →