Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υστερνά

επίρρημα
•
  1. σε υστερνό χρόνο, στα τελευταία Βικιλεξικό
    • Ο γέρος, ενενηντάρης πια, με πιστό σύντροφο στα υστερνά τον Ζαμπέτα, στο παλιό κασετόφωνο Ο αράπης, Πάρε ναυτάκι Συριανό, λοστρόμο Πειραιώτη και Ο πιο καλός ο μαθητής ήμουν εγώ στην τάξη (Ιωάννα Καρυστιάνη, Το φαράγγι, εκδόσεις Καστανιώτη, 2015)
    • «Πού' σουν, Κωστάκι μου;» «Μην τα ρωτάς, μάνα μου, δώσ' με να φάω και να λουστώ κι υστερνά μαθαίνεις, γιατί τώρα εψόφησα της πείνας» (Άννα Αγγελοπούλου, Εμμανουέλα Κατρινάκη, Μαριάνθη Καπλάνογλου, Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών, 2007, σελ. 38)

Ετυμολογία

υστερνά < υστερνός + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →