Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υστεροελλαδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την τελευταία εποχή του χαλκού στην Ελλάδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υστεροελλαδικός < ύστερος + Ελλάδα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυστεροελλαδικόςυστεροελλαδικήυστεροελλαδικό
Γενικήυστεροελλαδικούυστεροελλαδικήςυστεροελλαδικού
Αιτιατικήυστεροελλαδικόυστεροελλαδικήυστεροελλαδικό
Κλητικήυστεροελλαδικέυστεροελλαδικήυστεροελλαδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυστεροελλαδικοίυστεροελλαδικέςυστεροελλαδικά
Γενικήυστεροελλαδικώνυστεροελλαδικώνυστεροελλαδικών
Αιτιατικήυστεροελλαδικούςυστεροελλαδικέςυστεροελλαδικά
Κλητικήυστεροελλαδικοίυστεροελλαδικέςυστεροελλαδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →