υστεροπτωσία
•
- ιατρικήη πρόπτωση της μήτρας, δηλαδή η παθολογική κάθοδος ή έξοδος της μήτρας από τη φυσιολογική της θέση προς τον κόλπο ή έξω από αυτόν, λόγω εξασθένησης των πυελικών μυών και των συνδέσμων που τη συγκρατούν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υστεροπτωσία < ύστερο + -ο- + πτώση + -ία < αρχαία ελληνική ὕστερον + πτῶσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υστεροπτωσία | υστεροπτωσίες |
| Γενική | υστεροπτωσίας | υστεροπτωσιών |
| Αιτιατική | υστεροπτωσία | υστεροπτωσίες |
| Κλητική | υστεροπτωσία | υστεροπτωσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →