υστεροφημία
•
- η καλή φήμη που αποκτά κάποιος μετά το θάνατό του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υστεροφημία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑστεροφημία < αρχαία ελληνική ὕστερος + φήμη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υστεροφημία | υστεροφημίες |
| Γενική | υστεροφημίας | υστεροφημιών |
| Αιτιατική | υστεροφημία | υστεροφημίες |
| Κλητική | υστεροφημία | υστεροφημίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →